ΦΙΛΟΠΡΟΟΔΟΣ ΟΜΙΛΟΣ
Αρχική Σελίδα » Απόψεις » Η ομιλία του Γιάννη Πίππα στη παρουσίαση του Αρόδο στο Κόρθι - 20-08-2011 11:49:36

Η ομιλία του Γιάννη Πίππα στη παρουσίαση του Αρόδο στο Κόρθι

Συντάκτης: M.M. (20-08-2011 11:49:36)

Ομολογώ ότι συγκίνηση με διακατέχει, γιατί βρίσκομαι και πάλι, ύστερα από 33 χρόνια στο αγαπημένο μου Κόρθι ,τον τόπο από τον οποίο ξεκίνησα  την εκπαιδευτική μου σταδιοδρομία, τότε που η νεανική μου   απειρία αντισταθμιζόταν από την ορμή του νεοφωτίστου και τη διάθεση για προσφορά στη νεολαία και στην ιδιαίτερη πατρίδα μου την Άνδρο. Δικαιολογημένα λοιπόν νιώθω  ικανοποιημένος, γιατί οι κόποι, τόσο οι προσωπικοί μου, όσο και των συναδέλφων μου πιάσανε τόπο, αφού σε αυτό εδώ το σχολείο, το Γυμνάσιο του Κορθίου όλοι οι συνάδελφοι κατορθώσαμε να δημιουργήσουμε ένα μαθησιακό περιβάλλον, μέσα στο οποίο οι τότε μαθητές μας και σήμερα ενήλικοι πρόκοψαν  ο καθένας στο χώρο στον οποίο δραστηριοποιήθηκε.  Ο σπόρος που έπεσε έδωσε πλούσιους καρπούς. Άλλωστε η εκπαιδευτική διαδικασία δε φέρνει άμεσα αποτελέσματα. Δημιουργεί όμως τις προϋποθέσεις εκείνες που απαιτούνται, ώστε μια ολόκληρη γενιά να βλαστήσει, να ανδρωθεί και να παραγάγει καρπούς ώριμους και γλυκούς, πάντοτε όμως σε βάθος χρόνου.


Όμως μετά από τόσα χρόνια είμαι πάλι εδώ, γιατί η αγάπη μου για την ιδιαίτερη πατρίδα  όλων μας την Άνδρο είναι ένα ισχυρό κίνητρο για επαναδραστηριοποίηση. Θέμα της επαναδραστηριοποίησής  μουτα πολιτιστικά δρώμενα της Άνδρου. Και επειδή η Άνδρος μας είναι μία από τις κοιτίδες της ελληνικής ναυτοσύνης, είναι ευνόητο να ασχοληθούμε με αυτή.
Την πρωτοβουλία την έχει ο Πολιτιστικός Σύλλογος του Γαυρίου, αφού το Γαύριο είναι πια το μοναδικό λιμάνι της Άνδρου. Όταν μιλάμε για ναυτιλία στην Άνδρο ο νους μας πηγαίνει στην υπερπόντια ελληνόκτητη εμπορική ναυτιλία, αυτή που κυριαρχεί στους ωκεανούς, η οποία λίγο-λίγο χάνει όχι μόνο τα ανδριώτικα χαρακτηριστικά της, αλλά σταδιακά αφελληνίζεται και παγκοσμιοποιείται. Με αυτή τη ναυτιλία ασχολήθηκαν τις μέρες μας οι πλέον ειδικοί του είδους στο συνέδριο που ήδη διεξήχθη πρόσφατα στη Χώρα της Άνδρου. Ο Πολιτιστικός Σύλλογος του Γαυρίου, όμως, έχει ως αντικείμενό του μιαν άλλη ναυτιλία, αυτή της καθημερινότητας, αυτή που αφορά τα πλοία της γραμμής που διεξήγαγαν κάποτε την ακτοπλοϊκή σύνδεση με της Άνδρου με την Αττική, τους καπετάνιους τους, τους εφοπλιστές τους, τους βαρκάρηδες, τους ψαράδες και με όλους τους ταπεινούς  ξωμάχους της θάλασσας.
Αυτή η κίνηση που περιγράφουμε άρχισε πριν από τρία χρόνια, όταν ο υποφαινόμενος δημοσίευσε άρθρο του στο περιοδικό  «Νήσος Άνδρος» με θέμα την ακτοπλοϊκή συγκοινωνία της Άνδρου από συστάσεως του ελληνικού κράτους μέχρι το 1965, έτος κατά το οποίο   πιο αποσύρθηκαν και τα τελευταία ατμόπλοια και αντικαταστάθηκαν από οχηματαγωγά πλοία. Αυτό ήταν το έναυσμα. Ο ακάματος ερευνητής και στέλεχος του εκδοτικού οίκου «Τυπωθήτω» Γιάννης Μαμάης άρχισε μια εξαντλητική  έρευνα για να συλλέξει φωτογραφικό υλικό σχετικό με την ακτοπλοϊκή συγκοινωνία της Άνδρου. Καρπός αυτής της χρονοβόρας  εργασίας του ήταν ο σχηματισμός ενός ογκώδους φωτογραφικού αρχείου. Επιλεγμένο φωτογραφικό υλικό προβλήθηκε σε αίθουσα του λιμανιού του Γαυρίου ως έκθεση φωτογραφίας με τον τίτλο «Αρόδο». Η έκθεση αυτή γνώρισε μια πρωτοφανή επιτυχία. Πάνω από 10.000 επισκέπτες την τίμησαν. Στα πλαίσια αυτά η  έκθεση  φιλοξενήθηκε  σε αίθουσα του Πνευματικού  Κέντρου του Δήμου Αθηναίων στην οδό Ακαδημίας.
Φέτος ο Πολιτιστικός Σύλλογος του Γαυρίου με πρόεδρό του πια το Γιάννη  Μαμάη προχώρησε στην έκδοση φωτογραφικού λευκώματος πάλι με τον τίτλο «Αρόδο». Το ανά χείρας αυτό φωτογραφικό λεύκωμα που παρουσιάζουμε εδώ στο Κόρθι σήμερα εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο «Τυπωθήτω» του Γιώργου και Κώστα Δαρδανού. Χωρίς την υποστήριξη αυτού του εκδοτικού οίκου  και την οικονομική αρωγή του γνωστού ανδριακού ιδρύματος «Μωραίτη» θα ήταν δύσκολη, ίσως και αδύνατη η έκδοση, λόγω της οικονομικής στενότητας του Πολιτιστικού Συλλόγου του Γαυρίου. Η έκδοση αυτή είναι προϊόν μακροχρόνιου μόχθου του Γιάννη  Μαμάη. Αξιοποιώντας ο Γιάννης την πείρα που έχει αποκτήσει ως Διευθυντής εκδόσεων της Εταιρίας «Τυπωθήτω», της οποίας είναι κυριολεκτικά ο εκτελεστικός της βραχίονας, τις αναμφισβήτητες ικανότητές του και έχοντας ως όπλο του την ακάματή του δραστηριότητα, κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα πολύ μεγάλο φωτογραφικό αρχείο. Το αρχείο αυτό στηρίχθηκε στις φωτογραφικές συλλογές  του Ανδρέα Εμπειρίκου και του Σπύρου Μελετζή κυρίως, αλλά και σε άλλες επίσης συλλογές και μεμονωμένες φωτογραφίες που άλλες βρίσκονταν στα χέρια ιδιωτών και άλλες ήταν ήδη δημοσιευμένες σε ποικίλα έντυπα και βιβλία. Ένα μόνο χαρακτηρισμό θα μπορούσα να δώσω στο Γιάννη Μαμάηγι’ αυτή του την  ερευνητική και συλλεκτική του δραστηριότητα, τον τίτλο του χαλκέντερου. Αυτό όμως το φωτογραφικό του αρχείο είναι επίσης και προϊόν αγάπης του ίδιου του Γιάννη, αλλά και όσων τον πλαισιώνουν προς την ιδιαίτερη πατρίδα του την Άνδρο. Κατά τον ίδιο τρόπο επιβάλλεται ο λαός της Άνδρου να ανταποδώσει την αγάπη του αυτή  και να αγκαλιάσει την πολύτιμη αυτή για το νησί μας έκδοση. Άλλωστε η έκθεση «Αρόδο» απευθύνεται στο λαό της Άνδρου, στους  ηλικιωμένους για να αναμοχλεύσει τις παιδικές τους μνήμες και στους νεότερους για να αγαπήσουν και αυτοί τη γενέθλια γη των προγόνων τους.
Μια και μιλάμε  για φωτογραφική έκθεση καλό είναι να επισημάνουμε εδώ τις δυνατότητες τις οποίες έχει η φωτογραφική τέχνη, αφού η φωτογραφία στα χέρια ενός έμπειρου χειριστή είναι μια μορφή καλλιτεχνίας. Ποικίλες είναι οι δυνατότητες του φωτογράφου. Ας απαριθμήσουμε λοιπόν κάποιες από αυτές τις δυνατότητες:
1η δυνατότητα: Ο φωτογράφος μπορεί να απομονώσει, να αποτυπώσει και να διαιωνίσει τη στιγμή. π.χ. τη στιγμή που το βίντσι του «Μοσχάνθη» ξεφορτώνει ένα ζώο μέσα σε μια βάρκα.
2η δυνατότητα: Ο φωτογράφος μπορεί να αισθητοποιήσει το παρελθόν κάνοντάς το παρόν. Όταν βλέπουμε τη φωτογραφία του καπετάνιου του «Μοσχάνθη» στο λιμάνι του Γαυρίου, η δεκαετία του 1950 εμφανίζεται να προβάλλεται σήμερα, στο παρόν.
3η δυνατότητα: Ο φωτογράφος μπορεί το «Εκεί», το «Μακριά» να το κάνει «Εδώ», «Κοντά».
4η δυνατότητα: Ο φωτογράφος είναι φορέας μιας είδησης, μιας πληροφορίας. Αυτή η είδηση, η χωρίς λόγια είδηση που αναφέρεται στο παρελθόν, εφόσον είναι είδηση, γίνεται  μέσω του φωτογράφου παρόν..
5η δυνατότητα: Ο φωτογράφος μπορεί να συνθέσει ένα φωτογραφικό σενάριο, σχηματίζοντας μια σειρά αλλεπάλληλων συγγενών  με το θέμα του φωτογραφιών.
6η δυνατότητα: Η φωτογραφία μπορεί να υποκαταστήσει το λόγο. π.χ. Σε φωτογραφίες ή σε σκίτσα εφημερίδων βλέπουμε πολλές φορές τον υπότιτλο «Χωρίς λόγια». Τότε μιλάει η ίδια η εικόνα.
7η δυνατότητα: Στα χέρια ενός ιστορικού η φωτογραφία μπορεί να γίνει  ιστορική αφήγηση, μπορεί να συμπληρώσει  την αφήγηση ή μπορεί και να αιτιολογήσει την ερμηνεία που προτίθεται να δώσει στα γεγονότα ο ιστορικός.
8η δυνατότητα: Στη φωτογραφία η όραση μπορεί να υποκαταστήσει την αίσθηση της ακοής.
9η δυνατότητα: Η φωτογραφική πληροφορία είναι εύληπτη. Δεν απαιτεί από το θεατή να σκεφθεί, όπως συμβαίνει με τον προφορικό ή το γραπτό λόγο. Για το θεατή σκέπτεται ένας άλλος.


    Στις μέρες μας, μετά την  εφεύρεση  του κινηματογράφου και τη διάδοση της τηλεόρασης,  αυτές οι δυνατότητες της εικόνας έχουν σε τόσο μεγάλο βαθμό γιγαντωθεί, ώστε τα Μ.Μ.Ε. που ελέγχουν την τηλεοπτική κυρίως εικόνα να έχουν αποκτήσει de facto τόση εξουσία, και να έχουν υπερβεί το ρόλο τους  που τους έχει αναθέσει ο συνταγματικός νομοθέτης, δηλαδή να αποτελούν την τέταρτη εξουσία και να  ασκούν  δημοσιογραφικό έλεγχο στην πρώτη εξουσία. Στην πράξη  ατύπως έχουν εξελιχθεί σε πρώτη εξουσία, χωρίς να το δικαιούνται. Και επειδή τηλεοπτική εικόνα έχει κατά πολύ υπερβεί τα εθνικά σύνορα  έχει εξελιχθεί επίσης σε ένα από τα όργανα της παγκοσμιοποίησης. Άλλωστε τρία είναι τα όργανα παγκοσμιοποίησης: 1ο όργανο παγκοσμιοποίησης: Η οικονομία. Στην εποχή μας παρακολουθούμε  την αγωνιώδη προσπάθεια των λαών να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές επιθέσεις των αγορών, δηλαδή τις επιθέσεις  της διεθνούς τοκογλυφίας. 2ο όργανο παγκοσμιοποίησης: Η γλώσσα. Σταδιακά οι εθνικές γλώσσες αρχίζουν να υποχωρούν , ιδιαίτερα των πλέον ευάλωτων  τριτοκοσμικών χωρών και να δίνουν τη θέση τους στην Αγγλική και 3ο όργανο παγκοσμιοποίησης: Η πληροφορία, είτε ως ακουστική πληροφορία, είτε ως οπτική πληροφορία (τηλεόραση) είτε ως διαδικτυακή πληροφορία.
    Το ανά χειρας φωτογραφικό λεύκωμα «Αρόδο» που σήμερα παρουσιάζουμε φιλοδοξεί να αξιοποιήσει αυτές τις δυνατότητες της φωτογραφικής εικόνας που παραπάνω αναλύσαμε, αλλά με γνώμονα το σεβασμό προς τους αναγνώστες του και στο λαό της Άνδρου στον οποίο απευθύνεται, να του προσφέρει ζωντανές ιστορικές πληροφορίες, να  φέρει επαφή τους νέους με τις παλαιότερες γενιές και με τον τρόπο ζωής τους, να τους  γνωρίσει νοοτροπίες του παρελθόντος και να ανακινήσει επίσης στους πιο ηλικιωμένους νοσταλγικές μνήμες. Με μια λέξη να προσφέρει υπηρεσίες υψηλού επιπέδου.
    Το φωτογραφικό λεύκωμα «Αρόδο» αναφέρεται κυρίως στην καθημερινότητα της κοινωνίας της Άνδρου από τις αρχές του 20ού αιώνα όταν πια άρχισε να γενικεύεται η χρήση της νέας τεχνολογίας, της φωτογραφίας, μέχρι το 1965,έτος κατά  το οποίο όπως είπαμε ήδη αποσύρθηκαν και τα τελευταία ατμόπλοια και αντικαταστάθηκαν από τα σύγχρονα οχηματαγωγά. Δηλαδή το «Αρόδο» καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της  ατμοπλοϊκής ακτοπλοίας της Άνδρου. Στην ουσία ασχολείται με την καθημερινότητα των τεσσάρων λιμανιών της Άνδρου, της Χώρας, του Κορθίου, του Μπατσιού και του Γαυρίου, αλλά και του Πειραιά και της Ραφήνας. Θέμα αυτής της καθημερινότητας είναι τα πλοία της  ακτοπλοίας (το Μοσχάνθη, ο Τόγιας, ο Παντελής, η Δέσποινα και όλα τα άλλα), οι ψαράδες, οι πράκτορες, τα καίκια, οι βάρκες, οι προβλήτες και τόσα άλλα θέματα που συναπαρτίζουν αυτή την καθημερινότητα των λιμανιών της Άνδρου.
    Ξεφυλλίζοντας κανείς το φωτογραφικό λεύκωμα «Αρόδο» συνειδητοποιεί ότι στην Άνδρο υπήρχαν δύο είδη ναυτιλίας, όπως  παραπάνω αναφέραμε, αυτή της καθημερινότητας και η ανά τους ωκεανούς ποντοπόρος εμπορική ναυτιλία. Σίγουρα  δεύτερη, η ποντοπόρος, δεν είναι προϊόν παρθενογένεσης. Ο ανδριώτικος εφοπλισμός προέκυψε από τους ξωμάχους της θάλασσας και της ανδριώτικης γης. Το λεμόνι , το κυριότερο αγροτικό πρϊόν του νησιού μας στα τέλη του 19ου και στίς αρχές του 20ού αιώνα, σε μια εποχή που δεν είχε ακόμα αρχίσει η μαζική του παραγωγή στις πεδιάδες της Άρτας, της Αργολίδας και της Λακωνίας, όδευε στα μεγάλα λιμάνια της Οθωμανικής Ανατολής και στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, δηλαδή στη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, την Οδησσό, την Κωστάντζα, το Γαλάτσι και τη Βραίλα της Ρουμανίας. Μεταφορείς του λεμονιού οι ανδριώτες καϊκτσήδες. Αυτή η διαμετακομιστική δραστηριότητα που αναπτύχθηκε σε αυτόν τον «δρόμο του λεμονού» που περιγράψαμε, επέτρεψε ώστε να συσσωρευθεί το αρχικό κεφάλαιο, το οποίο στη συνέχεια επενδύθηκε σε εμπορικά ατμόπλοια.
    Την παραπάνω θέση την επιβεβαιώνει ένα ασήμαντο μεν εκ πρώτης όψεως περιστατικό, σχεδόν ευτράπελο,  που συνέβη στη Χώρα της Άνδρου., μόλις ξέσπασε η Επανάσταση του ’21. Ο γεμιτζής Γουλανδρής, ο αρχηγέτης της εφοπλιστικής οικογένειας Γουλανδρή, εμφανίσθηκε στη Χώρα έφιππος, πράγμα που απαγορευόταν πλήρως στους ραγιάδες της Τουρκοκρατίας. Γεμιτζήδες ονομάζονταν οι εμποροναυτικοί κύκλοι και στη λέξη αυτή  ενυπήρχε μια υποτιμητική σημασία. Μια γυναίκα που ανήκε στην παρηκμασμένη πια ελληνοβενετική αριστοκρατία του νησιού, όταν είδε τον έφιππο γεμιτζή, αναφώνησε: «Πέσαν τ’ άστρα, φαν’οι χοίροι». Η επιγραμματική αυτή αναφώνηση της γυναίκας αυτής εύκολα ερμηνεύεται: Μια νέα κοινωνική τάξη, οι γεμιτζήδες, οι ξωμάχοι της θάλασσας εξελίσσονταν σε εφοπλιστές και εκτόπιζαν στο κοινωνικό περιθώριο τους παρηκμασμένους πια  αριστοκράτες-γαιοκτήμονες. Το φωτογραφικό λεύκωμα «Αρόδο» λοιπόν, προβάλλοντας αυτή την καθημερινότητα και τους ξωμάχους των λιμανιών, μας βοηθάει, εφόσον βέβαια έχουμε πολιτικό και ιστορικό ένστικτο, να συνειδητοποιήσουμε αυτό ακριβώς, ότι ο ανδριώτικος εφοπλισμός είναι προϊόν των ταπεινών γεμιτζήδων. Όλοι αυτοί οι ξωμάχοι, οι γεμιτζήδες προβάλλουν μέσα από τις σελίδες του «Αρόδο».
    Από τις παραπάνω σκέψεις προβάλλει αυτομάτως το ερώτημα: Ποιοι γράφουν την ιστορία; Οι ηγέτες που έτσι κι αλλιώς προέρχονται από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα ή ο απλός λαός; Πιστεύω ότι ο απλός λαός είναι ο σπουδαιότερος καταλύτης των πολιτικών και κοινωνικών διεργασιών. Ο λαός, εργαζόμενος ταπεινά και αθόρυβα, χωρίς ποτέ ο ίδιος να το συνειδητοποιεί, δημιουργεί το οικονομικό υπόβαθρο πάνα στο οποίο εδράζεται όλο το κοινωνικό, πολιτικό και κοινωνικό εποικοδόμημα. Επομένως οι ηγέτες, όσο σημαντικοί και αν είναι και όσο και αν κατορθώνουν να προκαλούν ρήξεις και στο υπόβαθρο και στο εποικοδόμημα, δεν παύουν παρά να είναι διαχειριστές όσων παρήγαγε ο ταπεινός λαός. Το παράδειγμα που προαναφέραμε, της ανέλιξης δηλαδή των ταπεινών γεμιτζήδων της  Άνδρου σε εφοπλιστές, τα λέει όλα.
    Όλοι όσοι στα παιδικά μας χρόνια ζήσαμε στη δεκαετία του ’60, αλλά και οι παλαιότεροι, ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του «Αρόδο», μπορούμε να αναπολήσουμε πολλές παιδικές μας εμπειρίες: Τη στιγμή της άφιξης του πλοίου στο λιμάνι της Χώρας, του Κορθίου, του Μπατσιού και του Γαυρίου με το απαραίτητο σφύριγμα – χαιρετισμό της μπουρούς που ανήγγελλε σχεδόν θριαμβευτικά την άφιξή του. Μεγάλο γεγονός για το νησί. Επρόκειτο για μια λαοσύναξη, ένα πραγματικό πανηγύρι. Η εικόνα του εξωφύλλου του «Αρόδο» μας δίνει μια γεύση από αυτό το πανηγύρι. Πλήθος περίμενε στην παραλία. Άλλοι περίμεναν συγγενείς τους. Άλλοι για να ταξιδέψουν. Τα γαϊδουράκια κατάφορτα με επιβάτες και τις αποσκευές τους κατέβαιναν στο λιμάνι. Ο ταχυδρόμος για να παραλάβει την αλληλογραφία. Οι ιδιώτες ταχυδρόμοι, οι μεταφορείς δεμάτων για να παραλάβουν ή να φορτώσουν δέματα. Τα καφενεία γεμάτα. Οι ζωέμποροι για να φορτοεκφορτώσουν τα ζώα τους. Οι βαρκάρηδες σπεύδουν στο πλοίο για να παραλάβουν  ή να φορτώσουν επιβάτες. Οι εφημερίδες να φθάσουν στο νησί και επομένως όλες οι πολιτικές πληροφορίες. Οι  πιο πολλοί για να παρακολουθήσουν τα δρώμενα. Τα σχόλια έδιναν και έπαιρναν. Σχόλια για την ικανότητα του καπετάνιου στους ελιγμούς, σχόλια για τις καιρικές συνθήκες. Το λιμάνι μια ζωντανή κυψέλη που έσφυζε από ζωή. Μπορούμε με βάση τις φωτογραφίες του λευκώματος  να συγκρίνουμε τα τότε λιμάνια με τα σημερινά, που είναι σχεδόν έρημα πια μόνο με τις βάρκες, τα καίκια και με καμιά θαλαμηγό μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες. Έχουν πάψει πια να λειτουργούν ως πύλες εισόδου και εξόδου της περιοχής τους. Το Γαύριο έγινε πια το μοναδικό λιμάνι της Άνδρου από το 1965. «Η γεωγραφία είναι πεπρωμένο», έλεγε ο Ναπολέοντας, ένα πεπρωμένο που δεν μπορεί να ανατραπεί. Ακόμα και σήμερα τους χειμερινούς μήνες, όταν τα δρομολόγια είναι περιορισμένα και η μοναξιά πνίγει τους κατοίκους του Γαυρίου, η άφιξη του πλοίου παίρνει πανηγυρικό χαρακτήρα. Οι Γαυριώτες τότε σπεύδουν στο λιμάνι να πάρουν μέρος σ’ αυτό το πανηγύρι.
    Εμείς πάλι, παιδιά τότε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του  «Αρόδο» διαπιστώνουμε και κάτι άλλο, ότι οι τότε, «τον παλιό τον καλό τον καιρό» που λέει ένα νοσταλγικό τραγούδι του μεσοπολέμου (έχουμε την τάση να εξιδανικεύουμε το παρελθόν) διαπιστώνουμε  ότι οι ρυθμοί της ζωής ήταν αργοί. Τα πλοία ήταν βραδυκίνητα, καθυστερούσαν στα λιμάνια. Η έννοια της ακρίβειας των δρομολογίων ανύπαρκτη. Οι επιβάτες χωρίς άγχος. Μήπως οι τότε ήταν πιο ευτυχισμένοι από εμάς που στην εποχή μας έχουμε αναγάγει το χρήμα σε μοναδικό ύψιστο αγαθό και μεταφράζουμε το χρόνο σε χρήμα, ενώ στην ουσία κυνηγάμε μια χίμαιρα; Να ένα ερώτημα.
    Εμείς πάλι, παιδιά τότε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του  «Αρόδο» μπορούμε να αναπολήσουμε τις παιδικές τραυματικές μας εμπειρίες, όταν το κύμα της εσωτερικής μετανάστευσης μας υποχρέωνε να απογαλακτισθούμε και να αφήσουμε τις προγονικές μας εστίες και τη γενέθλια γη της Άνδρου και να αναζητήσουμε τη μοίρα μας στο υδροκέφαλο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας. Ο πόνος του ξενιτεμού μας έγινε στο τέλος δημιουργία.
    Οι σελίδες του Αρόδο» μπορούν να χρησιμεύσουν στη νέα γενιά Ανδριωτών, σε αυτούς που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Αθήνα, αλλά έχουν στενούς δεσμούς με την Άνδρο, ως ένα είδος σπουδής της τοπικής ιστορίας του νησιού μας, ως ένα είδος αυτογνωσίας και πατριδογνωσίας. Θυμάμαι ότι στα παιδικά μου χρόνια, στο σχολείο, τα πρώτα μαθήματα γεωγραφίας ονομάζονταν «πατριδογνωσία» με το χάρτη της Άνδρου να φιγουράρει στη σχολική   αίθουσα. Η Άνδρος στη συνείδηση των νέων Ανδριωτών δεν πρέπει να λειτουργεί ως ένας τόπος τουριστικού προορισμού, αλλά πρέπει να είναι η πατρίδα τους, με όλο το συγκινησιακό φορτίο που φέρει η λέξη «πατρίδα». Η Άνδρος δεν πρέπει να είναι μια «χαμένη πατρίδα». Χαμένες πατρίδες έχουν μόνο όσοι είναι ή αισθάνονται πρόσφυγες. Αυτήν την πατρίδα που την έχασαν μέσα στην τύρβη της Αθήνας, μπορούν  να την αναζητήσουν μέσα στις σελίδες του «Αρόδο».
    Κλείνοντας θα ήθελα να συστήσω σε εσάς, τους ακροατές της σημερινής συγκέντρωσης, να ξεφυλλίσετε και εσείς τις σελίδες του «Αρόδο» για να κάνετε και εσείς με τον προσωπικό σας τρόπο την ανάγνωση αυτού του λευκώματος,  για να αντλήσετε από αυτή τη φωτογραφική κιβωτό μνήμες ήδη βιωμένες από εσάς. Εγώ προσωπικά θα ήθελα ως υπότιτλο στο «Αρόδο» να προσθέσω μια βιβλική έκφραση


 « Εμνήσθην ημερών αρχαίων». Αυτό είναι το δικό μου βίωμα.

 

                    

















Εγγφαφείτε για να λαμβάνετε μέσω e-mail το ενημερωτικό ηλεκτρονικό newsletter του συλλόγου μας.
Site designed by scriptnet & interneti
Site hosted by scriptnet